Array

Σκέψεις. Ρομπέρτο Κάλιτς.

Print
PDF

Στην πανσέληνο  Αυγούστου, ο νότιος Ευβοϊκός ήταν πιο  ήρεμος  και από «λάδι». Μια  παρέα, είχε κανονίσει νυχτερινή  κατάδυση (ελεύθερη) στα λιμανάκια  της Βουλιαγμένης, αλλά δεν μπορούσα να πάω λόγω “baby sitting”.

Έτσι έμεινα σπίτι. Όμως, κάθε τρις και λιγάκι, κατέβαινα  μέχρι τον αιγιαλό και θαύμαζα  την απέραντη ομορφιά μιας τόσο πεντακάθαρης και λαμπερής νύχτας, και έναν ουρανό που ήταν τόσο φωτεινός  εξ’αιτιας  του ολοστρόγγυλου τεράστιου φεγγαριού, ώστε μπορούσα να διακρίνω μόνο ελάχιστα από τα μεγαλύτερα  αστέρια. Εκείνες τις μέρες επικρατούσαν δυτικοί άνεμοι και αυτό συντελούσε υπέρ της φωτεινότητας και της ορατότητας. Έβλεπα τα πάντα! Τα Στιρα, το Νιμποριο, το Μαρμαρι! Λες και σε λίγο θα ανέτελε ο ήλιος.

Λένε ότι  η πανσέληνος του Αυγούστου είναι  η πιο «δυνατή» και αυτή που  «επηρεάζει» περισσότερο τους ανθρώπους. Δεν ξέρω αν ήταν από αυτό η από  την δίωρη μεσημεριανή ξεκούραση, αλλά δεν είχα ούτε διάθεση να συνεχίσω το διάβασμα του δύσκολου λογοτεχνικού έργου που είχα ξεκινήσει εδώ και ένα μήνα, που έτσι και αλλιώς μόνο μελαγχολία μου προκαλούσε  και τελειωμό δεν είχε, ούτε να πέσω στο κρεβάτι και να στριφογυρνάω υπομονετικά   ιδρώνοντας μέχρι να με πάρει ο ύπνος.

Μέρες τώρα , σκεφτόμουν να την  «κάνω» καθώς έβλεπα  κάθε βράδυ το φεγγάρι να μεγαλώνει από λίγο.

Γύρω στα  μεσάνυχτα, το πήρα απόφαση: -Θα πάρω την  Αντιγόνη και θα βγω βαρκάδα και  θα γυρίσω μόνο όταν  θα έχω κουραστεί!

Όταν βγήκα  από το σπίτι όλοι κοιμόντουσαν, εκτός από τη γυναίκα μου που είχε επιστρέψει λίγο νωρίτερα και πρόλαβα να της πω ότι πάω βαρκάδα. Μου ρώτησε νυσταλέα, που; Και της είπα στην …Τζια! Αυτό το τελευταίο μάλλον δεν το άκουσε.

Οι χοντροί  δερμάτινοι ιμάντες που  «συγκρατούν» τα κουπιά στους σκαρμούς, έτριζαν ενοχλητικά καθώς κωπηλατούσα καθισμένος στο μεσαίο κάθισμα, λόγω του ότι είχαν ξεραθεί εντελώς από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο και λόγω παντελούς έλλειψης υγρασίας, στοναροντας αδιόρθωτα στην απόλυτη ησυχία.

Οι παλαιοί  έβαζαν γράσο που διευκόλυνε  την κίνηση, προστατεύοντας από φθορές τα κουπιά και τις βάσεις τους, όμως εκείνη την στιγμή το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να τους βρέξω με θάλασσα. Και έτσι έκανα!

Η απόλυτη  μπουνάτσα  συντελούσε  στο να τραβάω  κουπί εντελώς αθόρυβα.

Έτσι ξεκίνησα για μια ξεχωριστή νυχτερινή βόλτα. Πολύ γρήγορα μπήκα σε έναν ρυθμό όπου  κωπηλατούσα  άνετα, χωρίς να ζορίζομαι, ενώ οι κινήσεις γινόντουσαν σχεδόν από μόνες τους.

Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με ώθησε και άρχισα ένα  παράλληλο ταξίδι  στις αναμνήσεις μου. Οι μαγικές συνθήκες αυτής της βραδιάς  μου θύμισαν τα παιδικά μου χρόνια,  τότε  που βίωνα τις πρώτες νυχτερινές βαρκάδες. Πολύ γρήγορα   πέρασα στην εφηβεία όπου και οι παρέες ήταν μεγαλύτερες και συνοδευόντουσαν με κιθάρες και τραγούδια. Και μετά ήρθε , κάπως απότομα, η μετανάστευση… Ήταν  Οκτώβρης του 1979.

Οι μυρωδιές της Αττικής γης  έχουν αλλάξει  πολύ από τότε. Όλη η Αττική ειδικότερα μετά από το Ελ. Βενιζέλος οδεύει προς την ολοκληρωτική καταστροφή.

Όμως, ο Νότιος Ευβοϊκός εξακολουθεί να έχει την  ίδια μυρωδιά. Ειδικότερα εάν  είναι πανσέληνος Αυγούστου και κλείσεις στιγμιαία τα μάτια, μπορείς στην κυριολεξία να «ταξιδέψεις» ακόμα και στην εποχή του …Περικλή! Αρκεί η μύτη σου να λάβει αυτά τα ερεθίσματα που θα σε κάνουν να βρεθείς νοερά εκεί  όπου είχε πρώτολάβει το αρχικό ερέθισμα. Είναι απίστευτο το πόσο βαθιά ριζώνουν στη μνήμη μας οι μυρωδιές μαζί με τις πήγες τους.

Μια λαδιά  σαν λεκές  στην ελαφρώς ρυτιδιασμένη επιφάνεια του σκοτεινού νερού  από ένα κοπάδι αφρόψαρων , συνοδεύεται  οπωσδήποτε από  την ανάλογη «ψαρίλα». Αλλιώς μυρίζει όταν είναι φρίσσες, αλλιώς  σαρδέλες και αλλιώς  σκουμπριά.

Δεν αναγνώρισα λοιπόν το είδος γιατί δεν ήταν καταγεγραμμένη ετούτη η μυρωδιά  στη μνήμη μου. Είχα φτάσει όμως τόσο αθόρυβα κοντά τους που πρόλαβα  και τα είδα καθώς  τρόμαξαν και πάφλασαν απότομα προς τα σκοτεινότερα. Ήταν μανάλια. Βλέπετε, δεν είχαμε μανάλια στον Μαρμαρά.

Τον Νότιο  Ευβοϊκό τον «μυρίζω»  είκοσι έξι ολόκληρα χρόνια. Δηλαδή οκτώ ολόκληρα χρόνια περισσότερο από ότι τον  Μαρμαρά. Και όμως δεν μου είχε ξανάτύχει να έχω τέτοιου είδους συναντήσεις. Θα μου πείτε, μα είναι δυνατόν; Όντως, έχω κολυμπήσει με τεραστία κοπάδια μαγιάτικων, ειδικά κάποτε που ήταν τακτικότατα στα ραντεβού τους δυο-τρεις φορές τον χρόνο. Όμως συνήθως φόραγα μάσκα, πάντα ήταν μέρα και ήμουν πολύ απασχολημένος με το να τα κυνηγάω. Όσο περισσότερες αισθήσεις συμμετέχουν σε μια εμπειρία, τόσο λιγότερες είναι οι λεπτομέρειες που καταγράφονται στην μνήμη μας.  Για αυτό και οι τυφλοί ακούν και αισθάνονται τις μυρωδιές πολύ καλύτερα από κάποιον που βλέπει.

Η όραση  καλύπτει πολύ μεγάλο μέρος  της προσοχής μου και των  συνειδητά και ασυνείδητα  καταγεγραμμένων  πληροφοριών στη μνήμη μου.  Από την στιγμή που , για  οποιονδήποτε λόγο,  δεν βλέπω,  η αίσθηση που στέλνει τα  περισσότερα μηνύματα για καταγραφή  στον εγκέφαλο μου, είναι η όσφρηση.

Οι μνήμες που «ξεπροβάλλουν» κάθε φορά που  μυρίζω μια φουρτουνιασμένη θάλασσα  με πλούσια σε ιώδιο αλμύρα αναμεμιγμένη  με θυμάρι (και ήλιο), είναι αυτές  που σημάδεψαν  βαθιά και αγιάτρευτα την μεταγενέστερη  ζωή μου. Μια  ζωή γεμάτη  αγάπη για την θάλασσα, υποβρύχιο ψάρεμα, ελεύθερη κατάδυση και αγώνες…

Μακριά, ευθεία προς την Τζια, φαινόταν ένα φως. Πολύ ανοιχτά από την Λούτσα θα πρέπει να ήταν. Αποφάσισα να κωπηλατήσω προς αυτήν την κατεύθυνση , έτσι απλά για να έχω ένα «στόχο». Το φωτάκι ήταν μικρό και από ότι φαινόταν θα αργούσε να μεγαλώσει. Έτσι έβαλα ένα σημάδι ακριβώς  στην αντίθετη κατεύθυνση  για να μην γυρίζω κάθε τρις και λιγάκι να δω πόσο έχω ακόμα, και βυθίστηκα στις μεταγενέστερες αναμνήσεις μου.

Βαθιά μέσα μου, την ζωή μου στην Ελλάδα την χαρακτηρίζουν τρία βιώματα.

Το πρώτο  είναι η νοσταλγία για τον  τόπο που γεννήθηκα, που όσο περνάνε  τα χρόνια γίνεται εντονότερη.

Το δεύτερο, η σχέση μου με την θάλασσα , από την οποία εξαρτήθηκα όλα  τα χρόνια και εξαρτώμαι ακόμα σε διάφορα επίπεδα  και τρίτον η δημιουργία της οικογενείας μου.

Η νοσταλγία  για τον τόπο που γεννήθηκα  παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις, όταν συνειδητοποιώ την χωρίς  επιστροφή καταστροφή που υφίσταται  ο πλανήτης, λόγω του ότι στην μνήμη μου, εκείνες οι εποχές προβάλλουν αγνές και καθαρές. Είμαι από τους τυχερούς που πρόλαβαν τις εποχές όπου η φύση στα έντυπα και τις ταινίες αποτυπωνόταν ασπρόμαυρη. Σήμερα υπάρχουν καλλιτέχνες που χρησιμοποιούν το ασπρόμαυρο στα έργα τους όμως όλη η ασχήμια της εποχής μας είναι «…έγχρωμη».

Αλίμονο σε αυτούς που δεν το έχουν συνειδητοποιήσει και ζουν απροβληματιστοι και  αμέριμνοι μέσα στην καταστροφική άνεση  και ασχήμια τον μεγάλων αστικών, αντίοικολογικών κέντρων, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην καταστροφή. Έτσι όπως έχουν καταντήσει τα πράγματα, τα οφέλη της κοινωνικής ζωής, αφενός μεν είναι λιγότερα από τα κακά, αφετέρου η υπερβολική «πρόοδος», που δεν βάζει πάντα ως στόχο το καλό του συνόλου, μολύνει  και καταστρέφει ανεξέλεγκτα και ασύστολα  όλο τον πλανήτη.

Οι άνθρωποι έχουνε καταντήσει «παράσιτα» οι ένας του αλλού. Μόνοι τους δεν μπορούνε να επιβιώσουνε ούτε μια ημέρα  Έχουνε χάσει τελείως το νόημα. Η μήπως τους το έχουν «χάσει»;

Έχει συνειδητοποιήσει άραγε η γριούλα που ζει  στο ημιυπόγειο της οδού Φυλής, που  ποτέ δεν βλέπει  ήλιο, ότι ελάχιστα διαφέρει από τις κατσαρίδες και τους αρουραίους με τους οποίους συγκατοικεί?  Και αν το έχει συνειδητοποιήσει έχει κάνει ποτέ τίποτα για να το διορθώσει;

Και δεν είναι  μόνο αυτή η γριούλα αλλά όλοι όσοι έχουν  συνειδητά και όχι τυχαία,  επιλέξει να ζουν σε ένα τετραγωνισμένο τσιμεντένιο κουτί. Είναι η ίδια κατηγορία ανθρώπων οι οποίοι έχουν μεταφέρει το μπετόν και στην έξοχη, δημιουργώντας τεράστια και ψηλά οικοδομήματα  για να  προβάλλουν την «δύναμη» η τις «φοβίες» τους. Είναι η ίδια κατηγορία ανθρώπων, που αγοράζουν τεραστία οχήματα  κατάλληλα για την αγρία φύση (για να την δαμάσουν και αυτή)  μαζί με το ειδικό σπρέι …λάσπης, μιας και δεν πρόκειται ποτέ να βγουν   έξω από τα όρια ασφαλείας του τσιμέντου και της ασφάλτου, ενισχύοντας έτσι τις έρευνες του εργοστασίου για την σχεδίαση  τον επόμενο χρόνο του νέο πιο εξελιγμένου μοντέλου για πιο άγριες καταστάσεις,  τρομάρα τους!

Ρίχνοντας ένα  βλέμμα στην κατεύθυνση της πορείας  μου, διαπίστωσα  ότι η ξύλινη βάρκα μου, με τα κουπιά ταξίδευε όντως πολύ πιο αργά από την σκέψη μου, και το φωτάκι  του ψαρά σαν να ήταν ακόμα στην ίδια θέση. Μ’ άρεσε όμως που ήταν έτσι. Εξάλλου δεν βιαζόμουν και με ενδιέφερε να απολαύσω όσο το δυνατόν περισσότερο αυτή την βαρκάδα.

Κάθε άνθρωπος που αγαπά την θάλασσα έχει ζήσει σ’αυτήν μοναδικές στιγμές . Η μοναδικότητα  κάθε στιγμής και κάθε εμπειρίας που βιώνω, είναι ένα από τα βασικά στοιχεία που με καλούν να επιδιώκω να βρίσκομαι σε συνεχή επαφή με αυτήν. Ακόμα και όταν βρίσκομαι στα ψηλά βουνά, στα χιονιά, ψάχνω στον μακρινό ορίζοντα να την διακρίνω!

Η σχέση μου  με την θάλασσα είναι στιγματισμένη  από την πολυετή ενασχόληση μου  με το υποβρύχιο κυνήγι. Ο περισσότερος κόσμος με γνωρίζει από τους αγώνες στους οποίους λάμβανα  μέρος  ανελλιπώς, και πολύ λιγότερο από την στάση ζωής προς αυτήν. Βεβαίως, όσοι διάβαζαν προσεκτικά τα κείμενα μου, θα διέκριναν ακόμα και στις εποχές που δεν με προβλημάτιζε η θήρευση για συγκομιδή …βαθμών, έναν βαθύ σεβασμό προς την ισορροπία που οφείλαμε και οφείλουμε να κρατάμε εμείς οι ψαροκυνιγοι.  Είμαστε οι μόνοι που έχουμε την δυνατότητα να κάνουμε επιλογή της ποσότητας , του μεγέθους και του είδους του θηράματος που σκοπεύουμε να αλιεύσουμε. Εκτός αυτού είμαστε οι μόνοι που βλέπουμε από πρώτο …μάτι, την κατάσταση της εναλείας πανίδας και πλούτου. Η παρουσία μας λοιπόν στην θάλασσα θα μπορούσε να είναι καθοριστική. Στην αρθρογραφία μου, αν και ανέπτυσσα θέματα που αφορούσαν στα ψάρια και στις τεχνικές σύλληψης των,  πάντα έδινα βαρύτητα στην σημασία της επιλεκτικής, ποιοτικής και όχι ποσοτικής θήρευσης. Εκείνη την στιγμή σκέφτηκα να αποτυπώσω αυτές τις σκέψεις μου, όταν με μια ελαφρά κίνηση του κεφαλιού διέκρινα με την άκρη του δεξιού ματιού μου ότι είχα πλησιάσει τους ψαράδες με το φωτάκι. Γυρίζω και βλέπω ότι δεν επρόκειτ0 για μικρό φωτάκι αλλά για ένα λουξ πεντακοσίων κεριών τριών ερασιτεχνών ψαράδων που μάζευαν προσηλωμένοι ένα παραγάδι. «Γλίστρησα» αθόρυβα από δέκα μέτρα δίπλα τους, σαν φάντασμα μέσα στο σκοτάδι και δεν με αντιλήφθηκαν παρά μόνον όταν απομακρυνόμουν. Τι να σκέφτηκαν άραγε;

Είχα καιρό  να γράψω κάτι. Την τελευταία φορά ήταν όταν είχα γράψει την ιστορία  της βάρκας μου. Είναι γεγονός  ότι το γράψιμο αφ’ενός μεν  χρειάζεται χρόνο και αφ’ετέρου  λόγο και φυσικά έμπνευση. Όσον αφορά  στον χρόνο, πραγματικά μου λείπει πλέον. Κάποτε που έγραφα τακτικά σε κάθε τεύχος, είχε τύχει να γράψω και κάποια κείμενα που δεν με κάλυπταν πάντα. Και με το «δεν με κάλυπταν» εννοώ ότι τα είχα γράψει γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να γεμίσω κάποιες σελίδες.  Σήμερα, η αρθρογραφία στα περιοδικά νοσεί. Είναι πολύ λίγα τα κείμενα που έχουν λόγο ύπαρξης και που διαβάζονται. Τις περισσότερες φορές είναι γραμμένα για να εξυπηρετήσουν …συμφέροντα. Θα μου πείτε -εσύ δεν έχεις συμφέροντα όταν γράφεις κάτι;

Η δημιουργία της οικογένειας μου και οι επαγγελματικές μου δραστηριότητες μείωσαν πολύ τον ελεύθερο μου χρόνο. Και έτσι έπρεπε να γίνει. Έτσι μειώθηκαν δραματικά τα κείμενα μου στα περιοδικά  και βασικά εξαφανίσθηκαν εκείνα τα λίγα που ήταν γραμμένα έτσι για να είναι γραμμένα. Πολύς κόσμος με ρωτά γιατί δεν γράφω πια άρθρα.

Κοιτάζοντας το ρόλοι ξαφνιάστηκα όταν είδα ότι  ήταν  τρεις το πρωί. Άφησα για  λίγο τα κουπιά και το σκάφος τσούλησε με την φόρα του δέκα, δεκαπέντε  μέτρα.  Η πανσέληνος είχε προχωρήσει δυτικότερα στον ουρανό.

Σε μιάμιση  ώρα θα ξημέρωνε. Όταν μετά από λίγα λεπτά έπιασα ξανά τα κουπιά μου φάνηκαν διπλάσια σε βάρος. Σηκώθηκα, πήγα πίσω, κατέβασα την μηχανή, έβαλα μπρος και ξεκίνησα την επιστροφή. Κωπηλατούσα τρεις ώρες για να φθάσω μέχρι εκεί και η επιστροφή μου με την μηχανή θα διαρκούσε κάτι λιγότερο από μια ώρα .

Έπρεπε να προλάβω τις σκέψεις μου, τώρα που ήταν φρέσκες…